Η Βίκυ Τσιανίκα συναντά τον Δημήτρη Οικονομίδη
Η Βίκυ Τσιανίκα συναντά τον Δημήτρη Οικονομίδη: Θεμελιώδης Βία, Όρια και Γονεϊκότητα Η δημοσιογράφος ΕΡΤ, θεατρολόγος και σύμβουλος ψυχικής υγείας Βίκυ Τσιανίκα, συνεργάτης του περιοδικού, συναντά...
Η Βίκυ Τσιανίκα συναντά τον Δημήτρη Οικονομίδη: Θεμελιώδης Βία, Όρια και Γονεϊκότητα
Η δημοσιογράφος ΕΡΤ, θεατρολόγος και σύμβουλος ψυχικής υγείας Βίκυ Τσιανίκα, συνεργάτης του περιοδικού, συναντά τον ψυχίατρο Δημήτρη Οικονομίδη, (απόφοιτος του πανεπιστήμιου Αθήνας, εκπαιδεύτηκε και εργάστηκε στο Παρίσι ως νοσοκομειακός και ιδιώτης ιατρός) ο οποίος απαντά σε ενδιαφέρουσες και επίκαιρες ερωτήσεις που απασχολούν πολλούς γονείς και τον ευχαριστούμε πολύ για την ανταπόκριση του στο ενδιαφέρον αυτό θέμα.
« ΜΥΘΟΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΒΙΑ Η ΠΑΙΧΝΙΔΙ;»
Β.Τ. «Στις μέρες μας γίνεται μεγάλη συζήτηση για το bullying, τις εφηβικές συμμορίες, τη βία γενικότερα. Είναι ευτύχημα το ότι έχει ανοίξει αυτή η συζήτηση. Ταυτόχρονα, κάποιες φορές, έχω την εντύπωση ότι σα να γίνεται μια γενίκευση. Η παραμικρή έντονη συμπεριφορά ενός παιδιού χαρακτηρίζεται bullying. Είναι έτσι ή μήπως υπάρχουν διαφοροποιήσεις;»
Δ.ΟΙ. «Χαίρομαι που ξεκινάτε τη συζήτηση «ανορθόδοξα». Όντως υπάρχει τάση γενίκευσης. Ακούμε, παραδείγματος χάριν: «Ο Κώστας έσπρωξε τρέχοντας στο διάλειμμα τον Γιάννη κι αυτός έπεσε. Η Μαρία με την Ελένη κοροϊδεύουν τη Σοφία. Ο Γιώργος και ο Νίκος σπρώχτηκαν για ένα Lego»…
Και να σου τα παράπονα μεταξύ γονέων, και να σου τα ατελείωτα μηνύματα σε αυτές τις υπέροχες λίστες μαμάδων στο Viber, και να σου τα τηλεφωνήματα στους εκπαιδευτικούς. Γιατί; Για να καταγγελθεί το… bullying και να ληφθούν δραστικά μέτρα. Για κάποιους, λοιπόν, όλα είναι bullying! Πρόκειται, το συνηθέστερο, για υπερ-αγχώδεις και παρεμβατικούς γονείς.
Ας σημειώσουμε εδώ ότι, πολύ συχνά, μπορεί να ακούσουμε τους ίδιους αυτούς αγχωτικούς, υπερ-απαιτητικούς, παρεμβατικούς γονείς που βλέπουν παντού bullying, να «αναπολούν» τις αλάνες, τον πετροπόλεμο, να εκθειάζουν την «παλιά καλή εποχή στο χωριό, όπου τα παιδιά κάναν ό,τι θέλανε και ζούσαν ελεύθερα στη φύση»… «Πετροπόλεμος, κουκουναροπόλεμος, περνάγανε ωραία»…
Όλες αυτές οι «νοσταλγίες» είναι τόσο μα τόσο ωραίες… αλλά μόλις το παιδί της πόλης και του διαμερίσματος αποπειραθεί να παίξει λίγο πιο «βίαια», δηλαδή πιο σωματικά, στο διάλειμμα, στην παιδική χαρά ή στον παιδότοπο, έτσι και θελήσει να πειραματιστεί σκαλίζοντας το χώμα γύρω από ένα δέντρο, εάν θελήσει να κάνει έναν γύρο μόνο του ή με τα παιδάκια της παρέας στην παραλία, ξεπροβάλλει το φάντασμα της «βίας», του «ανεξέλεγκτου», του «μη χαθεί» κ.ο.κ.
Πραγματικά, εάν παρακολουθήσει κάποιος από μια ψύχραιμη απόσταση όλη αυτή την εικόνα, θα έσκαγε στα γέλια με την αντιφατικότητα και την υπερβολή της, εάν δεν ήταν γεμάτη παρακινδυνευμένες «αντι-βίαιες» απόψεις και δεν αποτελούσε μέρος της παρεμβατικότητας αρκετών σημερινών γονιών στο έργο των εκπαιδευτικών.»
Β.Τ. «Επόμενα υπάρχει βία και βία;»
Δ.ΟΙ. «Ακριβώς. Χρειάζονται, όπως είπατε, διαφοροποιήσεις. Και, κατά τη γνώμη μου, πριν φθάσουμε στην επιθετικότητα ή το bullying, και καλώς να φθάσουμε, είναι αναγκαίο, θεμελιώδες να μιλήσουμε για τη βία σε ένα αρχέγονο επίπεδο.»
Β.Τ. «Αρχέγονο;»
Δ.ΟΙ. «Ναι, αρχέγονο. Και ας πάμε στην… αρχή.
«Συγχωρείστε με που αποκαλώ το παιδί βάρος. Τα παιδιά είναι β ά ρ ο ς κι αν φέρνουν ευχαρίστηση είναι γιατί δύο άνθρωποι τα θέλουν κι αποφάσισαν να αναλάβουν αυτό το βάρος… Στην πραγματικότητα αποφάσισαν να το ονομάσουν μωρό κι όχι βάρος… Αν αρχίζαμε να συζητάμε συναισθηματικά για τα παιδιά, ο κόσμος θα έπαυε εντελώς να κάνει παιδιά».
Θα μας πουν κάποιοι, έντρομοι: ποιος βλάσφημος, ποιος ιερόσυλος, ποιος άρρωστος τόλμησε να ξεστομίσει τέτοια λόγια;
Μήπως κάποιος απλός γεννήτορας, δηλαδή κάποιος άντρας ο οποίος αποφάσισε, ελαφρά τη καρδία, να κάνει παιδιά και τώρα τα παράτησε στη μητέρα τους; Μήπως κάποια σύγχρονη Φραγκογιαννού – η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη; Μήπως κάποια μητέρα, ανάξια του τίτλου αυτού, και οπότε θα πρέπει να καλέσουμε άμεσα τις κοινωνικές υπηρεσίες;
«Δυστυχώς» όχι! Αυτά τα λόγια είναι ενός Βρετανού παιδιάτρου και ψυχαναλυτή, ο οποίος ασχολήθηκε πάρα πολύ με τις σχέσεις μητέρας-παιδιού και στον οποίο οφείλουμε σημαντικές εξελίξεις στην ψυχολογική και ψυχαναλυτική σκέψη σε αυτό το πεδίο. Είναι λόγια του Donald Winnicott από το βιβλίο του «Το παιδί, ο κόσμος και η πραγματικότητα»!
Τα λόγια αυτά μπορεί, επίσης, να είναι σκέψεις και λόγια τα οποία δικαιούται και οφείλει να επιτρέψει στον εαυτό του να τα πει κάθε «επαρκώς καλός» γονιός.»
Β.Τ. «Ενδιαφέροντα αυτά που μας λέει ο Winnicot αλλά μπορεί να …τρομοκρατήσουν κάποιους! Αλλά ας είναι. Όταν λέτε « « επαρκώς καλός » γονιός τι εννοείτε;»
Δ.ΟΙ. «Οφείλουμε, και πάλι, στον Donald Winnicott την έννοια της «επαρκώς καλής μητέρας», μια έννοια η οποία ανακούφισε χιλιάδες μητέρες – αλλά και πατέρες και εκπαιδευτικούς και ψυχοθεραπευτές και, εν γένει, ανθρώπους που ασχολούνται με άλλους ανθρώπους – από το βάρος της τελειότητας.
Η «τέλεια» μητέρα είναι μια έννοια η οποία ενοχοποιούσε και συνεχίζει να ενοχοποιεί, να βαραίνει τις ψυχές των μητέρων, αλλά και των πατεράδων, με το ασήκωτο φορτίο της τελειότητας. Ο «τέλειος γονιός» είναι μια έννοια ανύπαρκτη στην πραγματικότητα και, γι’ αυτό, ανέφικτη.
Ας μεταφέρουμε τα παραπάνω στην Ελληνίδα μητέρα, ή μάλλον στις μητέρες στην Ελλάδα – μιας και το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά «ελληνικό», είναι και «αλβανικό» και «μεσογειακό» – η οποία επί αιώνες όφειλε να είναι «μάνα, αδελφή και Παναγιά», με βάση τις επιταγές της κουλτούρας, των αντρών, των γονιών, των πεθερικών, της γειτονιάς, της Εκκλησίας.
Ο «επαρκώς καλός» γονιός, λοιπόν, είναι, σε αντιστοιχία με την επαρκώς καλή μητέρα, ο γονιός ο οποίος φροντίζει να είναι παρών στη ζωή του παιδιού του, φροντίζοντας το παιδί, αλλά χωρίς να γίνεται υποτακτικός του. Στηρίζει χωρίς να υποκαθιστά το παιδί εκεί όπου μπορεί να αυτονομείται, νοιάζεται και αγχώνεται χωρίς να υπερπροστατεύει το παιδί του.
Επιτρέπει στο παιδί να δοκιμάσει μόνο του πράγματα, να ρισκάρει, να κάνει λάθη, αταξίες. Ξέρει να οριοθετεί και να δίνει δίκαιη τιμωρία, χωρίς να απαιτεί συμπεριφορά ενηλίκου, χωρίς εκδικητικότητα, χωρίς να υπερβαίνει τα δικά του όρια. Είναι παρών, αλλά δεν είναι διεισδυτικός, θέλοντας να ξέρει τα μύχια του παιδιού του. Είναι κοντινός και οικείος, αλλά δεν θα γίνει ποτέ φιλαράκι.
Προετοιμάζει το παιδί του να απογαλακτιστεί και τη λύπη του αποχωρισμού, την οποία βιώνουμε κάθε μέρα ως γονείς, νιώθοντας τα παιδιά μας να μας φεύγουν, την κρατάμε μέσα μας, τη μοιραζόμαστε με τη ή τον σύντροφό μας και τους φίλους μας, τη μετατρέπουμε σε χαρά για το παιδί μας που πατάει όλο και πιο πολύ στα πόδια του.»
Β.Τ. «Ωραία, να επιστρέψουμε στη βία;»
Δ.ΟΙ. «Βεβαίως και ας ξεκινήσουμε από τη γλώσσα, την ετυμολογία: πιθανολογείται βάσιμα ότι η λέξη « βία » έχει την ίδια προέλευση με το « βίο ». Την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷeih₃w- (ζω) … το « βέω», που σημαίνει «πορεύομαι» …. Βίος εκ του (F)ις = Δύναμις, βία.
Άραγε η ετυμολογία να μας στέλνει ένα κρυφό μήνυμα;
Β.Τ «Στο επίπεδο των γονιών και του παιδιού, η βία που έχει θέση;
Δ.ΟΙ. «Ας πάρουμε για παράδειγμα την εγκυμοσύνη. Αυτή την περίοδο, την οποία κάθε γυναίκα… «οφείλει» να ζει σε κατάσταση έκστασης, νιρβάνα, μέθεξης, απόλυτης ευφορίας και ευτυχίας. Κι εάν η γυναίκα, η «μάνα, αδελφή και Παναγιά», τολμήσει να βαρυγκωμήσει, να νοσταλγήσει την προηγούμενη ζωή χωρίς τις ναυτίες, τη δύσπνοια, την παραμόρφωση του σώματος κ.ο.κ., είναι κακή μητέρα;
Η εγκυμοσύνη δεν είναι βία στο σώμα και την ψυχή της γυναίκας, στην ερωτική σχέση; Είναι. Είναι κακή βία; Είναι καλή; Ή, μήπως είναι απλά η βία του Βίου, η βία της Ζωής πριν το καλό και το κακό;
Από την άλλη πλευρά, αυτό το έμβρυο, το οποίο όλοι μακαρίζουμε για τη ραχάτικη ζωή που κάνει μέσα στην κοιλιά της μαμάκας του, πόση πίεση δέχεται από το κοιλιακό τοίχωμα, το οποίο αποδεικνύεται ότι δεν είναι ελαστικό επ’ άπειρον και το εξωθεί, μετά από εννέα μήνες, σε έναν κόσμο κρύο, με υπερβολικό φως και θόρυβο; Αυτό το μακάριο έμβρυο πόση βία υφίσταται μέσα στην κοιλιά, κατά τον τοκετό και έκτοτε;
Όταν το μωρό μας μάς ξυπνάει μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, κλαίγοντας, γιατί πεινάει, μας ασκεί βία για να το ταΐσουμε. Δεν θέλει το κακό μας, κι ας μας προκαλεί μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια, νύστα το πρωί στη δουλειά και χάσιμο του σεξ απήλ μας. Θέλει απλά να φάει, να επιβιώσει.
Μα και στην καθημερινότητα, όταν, παραδείγματος χάριν, περπατάμε στο πεζοδρόμιο και βλέπουμε μια παρέα ανθρώπων που συζητάει και κλείνει το πέρασμα, δεν τους λέμε «Συγνώμη, να περάσω;», διακόπτοντας την κουβέντα τους; Θέλουμε το κακό τους; Θέλουμε να τους χαλάσουμε την κουβέντα; Όχι, θέλουμε να συνεχίσουμε το δρόμο μας, τον οποίο αυτοί, χωρίς επίσης καμία κακή πρόθεση, παρεμποδίζουν. Δεν είναι και αυτό βία; Θεμελιώδης, πριν την κακή ή καλή βία.»
Β.Τ. Όντως η περίοδος της εγκυμοσύνης έχει τεράστιες αλλαγές και δεν έχουμε εκπαιδευτεί να αποδεχόμαστε τις «κακές » μας σκέψεις. Αλλά και όταν γεννηθεί το παιδί, οι γονείς δεν έχουν «κακές »σκέψεις »;
Δ.ΟΙ. «Και εάν έχουν, λέει! «Ουφ, με έσκασε αυτό το παιδί…!», «Όχι μόνον δεν είμαστε με την παρέα στο μπαράκι, αλλά πρέπει να ξενυχτάω κιόλας γιατί το άλλο αποφάσισε να μην κοιμηθεί και μας έχει πάρει τ’ αυτιά», «Τι ήθελα κι έκανα παιδιά;…» … και ο κατάλογος μπορεί να συνεχιστεί για πολύ.
Επιτρέπεται ένας γονέας – και πιο ιδιαίτερα μια μητέρα – να κάνει τέτοιες, έστω και φευγαλέες, σκέψεις; Πόσο δε μάλλον να τις μοιραστεί με τον ή την σύντροφο ή με φίλους; Μήπως αυτές οι σκέψεις δημιουργήσουν τραύματα; Μήπως καταλήξουν να γίνουν… πράξη;
Μήπως ο σωστός γονιός είναι αυτός ο οποίος δεν έχει παρά μόνον θετικές σκέψεις, μόνον αγάπη, μόνο διαθεσιμότητα και, κατά συνέπεια, το οποιοδήποτε αρνητικό συναίσθημα – το οποίο «κανονικά» δεν θα έπρεπε ούτε καν να εμφανίζεται – οφείλει να το ξεριζώνει και να το κάνει ακόμα περισσότερη αγάπη;»
Β.Τ. «Οπότε;»
Δ.ΟΙ. «Προτείνω να ξεχάσουμε τις τρέχουσες αντιλήψεις μας για τη βία, η οποία στην καθημερινότητα ταυτίζεται με κάτι, λίγο έως πολύ, αρνητικό. Ας ξεχάσουμε, επίσης, τις διάφορες προτροπές και προπαγάνδες ενάντια στη βία και ας συμφωνήσουμε στα εξής:
Ένα: Ζωή χωρίς βία υπάρχει, αλλά μόνον στη φαντασία, στην τέχνη και στο… θάνατο.
Δύο: Υπάρχει μια βία, ας την ονομάσουμε θεμελιώδη, αρχέγονη, ένστικτο αυτοσυντήρησης, ένστικτο επιβίωσης, η οποία είναι κάτι το φυσιολογικό, το αναπόφευκτο, το αναγκαίο, το χρήσιμο. Αυτό συμβαίνει όχι επειδή το λέει η… ετυμολογία, αλλά γιατί μας το διδάσκει η ίδια η ζωή, αν θέλουμε, βέβαια, να την αφουγκραστούμε. Υπάρχει αυτή η θεμελιώδης, αρχέγονη βία, το ένστικτο αυτοσυντήρησης, η οποία είναι μια βία «ουδέτερη», δηλαδή πριν το καλό και το κακό. Στη συνέχεια της συζήτησης θα αναφέρομαι σε αυτή τη βία ως «θεμελιώδη βία», όπως την ονόμασε ο Γάλλος ψυχαναλυτής Jean Bergeret στο βιβλίο του «Η θεμελιώδης βία. Ο ανεξάντλητος Οιδίποδας» το 1984.»
Β.Τ «Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για κάποια εμπειρία σας ως θεραπευτής, η οποία να μας δώσει πιο χειροπιαστά ένα παράδειγμα;»
Δ.ΟΙ. «Βεβαίως και είναι εύστοχο που μου κάνετε αυτήν την ερώτηση. Η θεωρία θέλει και την πράξη.
Θυμάμαι μια από τις πρώτες θεραπευόμενές μου στη Γαλλία. Μετά από μια παραμονή δύο χρόνων στο Λονδίνο, όπου εργαζόταν, επέστρεψε στο γενέθλιό της Παρίσι. Ήρθε για ψυχοθεραπεία ενώ είχε γίνει μητέρα πριν δύο-τρείς μήνες. Ήταν περίπου 30 χρόνων. Κατακλυζόταν από ιδέες οι οποίες την τρομοκρατούσαν, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό της, φοβόταν ότι θα μπορούσε, με κάποιο μαγικό τρόπο, να γλιστρήσει στην πράξη. Δηλαδή, να της πέσει το μωρό από τα χέρια, να το ταΐσει λάθος και να πνιγεί ή ακόμη και να του κάνει άμεσα κακό με ένα μαχαίρι ή πετώντας το από το παράθυρο. Εννοείται ότι θεωρούσε τον εαυτό της κακή μητέρα, αφού είχε κακές σκέψεις.
Κάποια στιγμή μοιράστηκε, σε μία συνεδρία, το πόσο καλά ένιωθε στο Λονδίνο: «Εκεί ήμουν αόρατη. Κανείς δε σε κοιτάει, στο μετρό, στο λεωφορείο, στο εστιατόριο. Στο Παρίσι όλοι κοιτάνε!». Καταλαβαίνετε ότι, υπό άλλες συνθήκες, θα είχα σκάσει στα γέλια και θα της έλεγα: «Για ελάτε στην Αθήνα!»
Αυτό που έλεγε αυτή η κοπέλα δεν ήταν για γέλια. Αντίθετα, είχε μέσα του κάτι σπαραχτικό. Ήθελε να περνά αόρατη. Η μητέρα της δεν την είχε «κοιτάξει». Δηλαδή, ενώ ήταν μια «καλή» μητέρα από τυπικής και λειτουργικής άποψης, δεν είχε μπορέσει να κοιτάξει ολόκληρη την κόρη της, σαν σύνολο, συναισθηματικά, να την ταΐσει αγάπη, να την νανουρίσει ζεστά, να παίξει μαζί της.
Όπως είπε κάποια άλλη στιγμή η θεραπευόμενη: «Ακόμα και το βλέμμα με την κυριολεκτική έννοια έλειπε. Πάντα με κοίταζε φευγαλέα, σα να ήθελε να με αποφύγει… λοξά, σα να ντρεπόταν; Σα να ήμουν κάτι άσχημο, κακό; Εγώ, όταν κοιτάζω το μωρό μου που θηλάζει ή κοιμάται, νιώθω ότι το αγκαλιάζω με τα μάτια μου, ότι θέλω να το σφίξω με το βλέμμα μου. Σε τέτοιες στιγμές νιώθω πλήρης και τότε είναι που μου έρχονται οι σκέψεις μήπως και του κάνω κακό»». Όπερ έδει δείξει, θα μπορούσαμε να πούμε.
Το μωρό, το παιδί που δεν λαμβάνει μια πλήρη και απόλυτη υποδοχή και αποδοχή από τον γονιό, και καταρχάς από τη μητέρα, δέχεται μια τεράστια βία. Δέχεται τη βία του ελλείματος, του κενού. Νιώθει «άσχημο, κακό, λάθος». Αυτό το έλλειμμα «απόλυτης υποδοχής και αποδοχής» ασκεί μία τεράστια συναισθηματική βία, κι ας υπάρχει η λειτουργική φροντίδα της μητέρας. Αυτό το έλλειμμα φέρει και φυσά πάνω στο παιδί μια πνοή θανάτου.
Να σημειώσουμε εδώ ότι όταν λέω «απόλυτη υποδοχή και αποδοχή» το εννοώ όπως μιλά ο Donald Winnicot για την «επαρκώς καλή μητέρα». Η μητέρα χρειάζεται να είναι παρούσα όσο χρειάζεται το μωρό της, χωρίς υπερβολή, χωρίς την απαίτηση της τελειότητας.
Αυτό και μόνο αρκεί στο μωρό, και στη συνέχεια στο παιδί, για να νιώσει ότι η μητέρα (αλλά το ίδιο ισχύει και για τον πατέρα) το αγαπά «απόλυτα». Αυτό εξασφαλίζει μια ομαλή μετάβαση από την ενδομήτρια ζωή, σαν να υπάρχει συνέχεια, επουλώνοντας σιγά-σιγά το αντικειμενικά, αναπόφευκτα και αναγκαία τραυματικό συμβάν της εξόδου στον κόσμο.
Η κοπέλα αυτή, έχοντας «αναπνεύσει» το θάνατο από μωρό από την ίδια τη μητέρα της, βίωνε κατά συνέπεια τους «ξένους» ως κάτι το επιθετικό.
Ο Παριζιάνος που την κοίταζε στο μετρό δεν βιωνόταν ως ένας θαυμαστής, ως κάτι καλό που θα της έδινε χαρά ή αυτοπεποίθηση.
Αφού ο πρώτος άνθρωπος της ζωής της, η μητέρα, φέρθηκε σαν εχθρός, σαν «θάνατος», θα ήταν δυνατόν ο «ξένος» να είναι φίλος, να είναι αγαπησιάρης; Οπότε, το αδιάφορο και ψυχρό Λονδίνο ήταν, ψυχικά, ο κατάλληλος τόπος για εκείνη.
Δεν υπήρχε «καμιά» βλεμματική επαφή εκ μέρους των Λονδρέζων, οπότε δεν υπήρχε και καμία αίσθηση εισβολής από τον άλλο. Ταυτόχρονα, αυτός ο «αδιάφορος» κόσμος του Λονδίνου ήταν ο κόσμος στον οποίο είχε συνηθίσει. Ένας κόσμος ξένων, αδιάφορων και ψυχρών όπως ο πρώτος της κόσμος, η μητέρα. Ένας κόσμος γνωστός, άρα οικείος και ελεγχόμενος.
Όταν, λοιπόν, αυτή η κοπέλα βρέθηκε με το μωρό της, παρόλο που ήταν όντως καλή μητέρα, γιατί με κάποιο ασυνείδητο τρόπο ήξερε να «αγκαλιάζει» το μωρό της, ταυτόχρονα φοβόταν.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, φοβόταν μήπως, λόγω παραδείγματος, γίνει κακή σαν τη μητέρα της.
Σε ένα δεύτερο, ασυνείδητο επίπεδο, φοβόταν την αναπόφευκτη θεμελιώδη βία που βίωνε με το μωρό της, π.χ. όταν την ξυπνούσε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα για να θηλάσει κι εκείνη, μισοκοιμισμένη και κουρασμένη, το μόνο που ήθελε ήταν να συνεχίσει τον ύπνο της και ένιωθε κάποια, καθόλα φυσιολογική, βαρυγκώμια. Αλλά αυτή τη φυσιολογική βαρυγκώμια δεν επέτρεπε στον εαυτό της να τη βιώσει ή να τη μοιραστεί, γιατί, λόγω των βιωμάτων της, είχε ταυτίσει κάθε μορφή βίας με τη θανατερή βία που είχε εισπράξει από τη μητέρα της. Έτσι ένιωθε ενοχές και κατέστελλε τον εαυτό της.
Αλλά τα συναισθήματα και οι σκέψεις που δεν επιτρέπουμε να εκφραστούν και τα διώχνουμε από την πόρτα, ξαναμπαίνουν από το παράθυρο, κατά την εύγλωττη εικόνα που χρησιμοποίησε ο Sigmund Freud για την απώθηση. Τα απωθημένα συναισθήματα και σκέψεις της θεραπευόμενής μου συσσωρεύονταν και κάποια στιγμή ξεχείλιζαν με τη μορφή φόβων και βίαιων εικόνων.
Ταυτόχρονα, θέλοντας να «λυγίσει το ραβδί από την άλλη μεριά», σφιχταγκάλιαζε συναισθηματικά το παιδί της, όπως είχε πει στο σημείο με το βλέμμα. Και αυτή η βία του σφιχταγκαλιάσματος τη φόβιζε, γιατί, όπως είπαμε, είχε ταυτίσει κάθε έντονο συναίσθημα, ακόμη και αγαπητικό, κάθε βία, με την καταστροφική βία.
Εξάλλου, δυσκολευόταν εξίσου και με το σύντροφό της: «Μου είναι πιο εύκολο να κάνουμε κάθε μέρα σεξ, από το να του πω ότι τον αγαπάω. Όχι ότι δεν μ’ αρέσει το σεξ, αλλά νιώθω ότι υπάρχει και κάτι… περίεργο στο γιατί το θέλω τόσο πολύ. Και τον θέλω και τον αγαπάω, αλλά μόλις του το λέω, πάλι έρχονται οι κακές σκέψεις για το μωρό»».
Β.Τ. «Τα παιδιά και βία τους απέναντι στους γονείς; »
Δ.ΟΙ. «Άλλη μια τεράστια λίστα! «Δεν είσαστε καλοί γονείς, θα φύγω!», «Έχω δικαίωμα να…», «Άσε μαμά, δε σε χρειάζομαι, θα το πω στο μπαμπά»… Πρόκειται για λόγια των παιδιών μας, χιλιοειπωμένα, και μάλιστα σε εκατοντάδες ντεσιμπέλ, σε λούπα, συνοδευόμενα από σωματικές επιθέσεις, αναίτια ξεσπάσματα, ξεσπάσματα δυσανάλογα με την αφορμή που τα προκαλεί.
Είναι, λοιπόν, τα παιδιά μας προβληματικά; Επιθετικά; Μελλοντικά μέλη συμμοριών;
Ή, μήπως, απλά εκφράζουν τη θεμελιώδη βία τους και, επίσης, αντιστέκονται απέναντι στη δική μας θεμελιώδη βία;
Β.Τ «Όταν λέτε «θεμελιώδης βία των γονιών», τι εννοείτε;
Δ.ΟΙ. «Πρώτον, είμαστε αυτοί που έφεραν τα παιδιά στη ζωή. Πρόκειται για μια πράξη θεμελιώδους βίας και αυθαιρεσίας για την οποία, μάλιστα, δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα. Δηλαδή, δεν μπορούμε να ζητήσουμε τη γνώμη τους! Αλλά και να μπορούσαμε, δεν θα έπρεπε. Δεν επιτρέπεται να υπάρχει «δημοκρατία» σε τέτοια ζητήματα.
Δύο: Είμαστε μεγαλύτεροι σε μέγεθος, σε ηλικία, σε εμπειρία και γνώση, και αυτό, τη στιγμή που κάνει τα παιδιά να νιώθουν ασφαλή κοντά στο «μεγάλο και οικείο ζώο», το γονιό, τα εκνευρίζει διότι καταλαμβάνουμε ένα μέρος από το χώρο τους, υλικά και ψυχικά. Επόμενα, ο απεριόριστος ναρκισσισμός τους – φυσιολογικός σε αυτές τις ηλικίες – συναντά έναν περιορισμό.
Οι δυσκολίες ξεκινούν λοιπόν όταν εμείς, οι γονείς, δεν τα πηγαίνουμε καλά με αυτή τη θεμελιώδη βία. Όταν νιώθουμε ενοχές επειδή κάποια στιγμή θα βαρυγκωμήσουμε, θα κουραστούμε, θα νοσταλγήσουμε την εποχή πριν το παιδί, θα προσμένουμε τη στιγμή που θα μεγαλώσει και θα φύγει. Όταν, για λόγους πολιτισμικούς, θρησκευτικούς αλλά και από την οικογενειακή μας διαπαιδαγώγηση, η θεμελιώδης βία έχει ταυτιστεί με το Κακό. Επόμενα, συναισθήματα και σκέψεις σαν τις παραπάνω βιώνονται ως ότι «είμαι κακός ή και επικίνδυνος γονιός», ως αμαρτία, ως παθολογία ή και τρέλα.
Οι δυσκολίες συνεχίζουν, παραπέρα, όταν τη θεμελιώδη βία των παιδιών μας – τα οποία έχουν ανάγκη να μας ελέγχουν, να κυριαρχήσουν πάνω μας, αλλά και να τα αφήσουμε ήσυχα και μόνα τους κάποιες στιγμές – την εκλαμβάνουμε ως απόρριψη, ως επιθετικότητα και είτε νιώθουμε ενοχές ότι για να αντιδρούν έτσι, κάπου δεν είμαστε καλοί γονείς, είτε, χειρότερα, τα αντιμετωπίζουμε ως «μέρος του σώματός μας αλλά και της ψυχής μας» και δεν τους επιτρέπουμε να αποκολληθούν.
Είναι πολύ σημαντικό να εξοικειωθούμε με αυτή τη θεμελιώδη βία, τόσο του παιδιού μας όσο και τη δική μας, για να μπορούμε να την αναγνωρίζουμε, να την εκφράζουμε στο βαθμό που χρειάζεται, να την υποδεχόμαστε εξίσου από το παιδί μας, στο βαθμό που χρειάζεται, και να την εντάσσουμε προοδευτικά στο ψυχικό ρεύμα της αγάπης. Η θεμελιώδης βία να γίνει σιγά-σιγά το δυναμικό, ενεργειακό υπόβαθρο της αγάπης.»
Β.Τ. «Όλο αυτό το σκεπτικό, έχει κάποια σχέση με το θέμα των ορίων, το οποίο το ακούμε όλο και περισσότερο;»
Δ.ΟΙ. «Όντως, ένα από τα προβλήματα που συναντάμε στην εποχή μας, χονδρικά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, είναι τα όρια. Κάποιος θα βιαστεί να μας πει: «Ναι, όντως, τα παιδιά στην εποχή μας δυσκολεύονται να δεχτούν τα όρια, τις ματαιώσεις…».
Να επαναδιατυπώσουμε, όμως, την παραπάνω φράση σε… «σωστά ελληνικά»; Οι γονείς είναι αυτοί που δυσκολεύονται με τα όρια. Οι γονείς είμαστε αυτοί που δυσκολευόμαστε να βάλουμε όρια, να προκαλέσουμε ματαιώσεις.
Το πρόβλημα, λοιπόν – όπως και κάθε σχεδόν πρόβλημα που παρουσιάζουν τα παιδιά μας – είναι πρόβλημα των γονέων και όχι των παιδιών.»
Β.Τ. «Και γιατί υπάρχει αυτή η δυσκολία με τα όρια;»
Δ.ΟΙ. «Από μια κοινωνία, ας την πούμε παραδοσιακή για λόγους συνεννόησης, λίγο έως πολύ μέχρι και τη δεκαετία του 1980, όπου το παιδί δεν αντιμετωπιζόταν ως άτομο με δικές του ανάγκες, επιθυμίες και προσωπικότητα, περάσαμε, σε μεγάλο βαθμό, στο άλλο άκρο.
Όπως και εμείς οι ενήλικες περάσαμε στο άλλο άκρο. Από την – σχεδόν πλήρη – υποταγή στο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» και στο «τι θα πει ο κόσμος», αναζητώντας την ατομικότητα και την πραγματική επιθυμία μας, έχουμε περάσει – λόγω οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων, οι οποίοι δεν είναι της παρούσης να αναπτυχθούν – στον ατομικισμό, στο να θεωρούμε δικαίωμα την κάθε επιθυμία μας και, επίσης, στο να δυσφορούμε όταν η πραγματικότητα μας φέρνει κατά πρόσωπο με το γεγονός ότι το δικαίωμά μας συνεπάγεται και υποχρεώσεις, όπως επίσης και το να λαμβάνεται υπόψη και ο άλλος, τα «θέλω» και τα δικαιώματά του.
Σε μια προσπάθεια, λοιπόν, να μην αναπαράγουμε το αυταρχικό μοντέλο των προηγούμενων γενιών, επιτελείται μια ενοχοποίηση κάθε μορφής ορίου, δηλαδή κάθε βίας. Αυτό μπορεί να γίνεται για λόγους «προοδευτικότητας». Γίνεται, επίσης, λόγω του γεγονότος ότι καλλιεργείται και ευοδώνεται το ανοριοθέτητο σε κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, στην οικονομία, την πολιτική κλπ.
Έτσι, τα όρια βιώνονται από πολλούς σύγχρονους γονείς ως κάτι το τραυματικό για τα παιδιά τους. Ταυτίζονται με την αυταρχικότητα των παλιών γενιών, την έλλειψη διαλόγου κ.ο.κ. Επίσης, όταν οι γονείς δεν έχουν μια απαρτιωμένη και απενοχοποιημένη σχέση με τη θεμελιώδη βία αλλά και την επιθετικότητά τους, βιώνουν την τοποθέτηση ορίων στο παιδί τους, την τιμωρία – αναφέρομαι στη δίκαιη τιμωρία ή, όπως αλλιώς λέγεται, τις επιπτώσεις – ως κάτι το Κακό.»
Β.Τ. «Αυτή η στάση έχει, φαντάζομαι, επιπτώσεις στα παιδιά.»
Δ.ΟΙ. «Ακριβώς! Και μάλιστα σε δύο επίπεδα.
Σε ένα πρώτο, πιο ορατό επίπεδο, διαπαιδαγωγούν μέλλοντες έφηβους και ενήλικες, οι οποίοι όταν θα βγουν, εκ των πραγμάτων, έξω από το κουκούλι της οικογένειας, θα δυσκολεύονται να προσαρμοστούν σε κανόνες, όρια και στην ύπαρξη του άλλου με τις δικές του επιθυμίες και προσωπικότητα. Θα δυσκολεύονται να διαχειριστούν αντίξοες και άδικες καταστάσεις τις οποίες αναπόφευκτα θα συναντήσουν. Θα έχουν ως τρόπους αντίδρασης είτε την επιθετικότητα, τη συνεχή ανυπακοή και ανέξοδη εξεγερτικότητα είτε την παθητική υποταγή και το κλείσιμο στον εαυτό τους.
Σε ένα δεύτερο, πιο βαθύ επίπεδο, η έλλειψη ορίων δημιουργεί αγχωμένα παιδιά. Τα παιδιά είναι μεν… παιδιά, δηλαδή μικροί – φυσιολογικοί – νάρκισσοι, οι οποίοι θέλουν τα πάντα και, μάλιστα, εδώ και τώρα. Ταυτόχρονα δεν είναι «χαζά». Θέλουν να υπάρχει πλαίσιο, όρια, να υπάρχει κάτι έξω από αυτά, μιας και ο ψυχισμός τους δεν είναι ακόμα – και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό, μέρος της ψυχοσυναισθηματικής τους ωρίμανσης – σε θέση να αυτοπεριοριστεί, να αυτολογοκριθεί. Αυτό το περιμένουν από τους ενήλικες.
Όταν οι ενήλικες, λόγω δικών τους φόβων ή ενοχών, δεν «κρατάνε τα μπόσικα», μπορεί σε ένα πρώτο επίπεδο το παιδί να νιώθει ως απόλυτος κυρίαρχος, και αυτό να προκαλεί ηδονή και αίσθημα θριάμβου. Αλλά στο ασυνείδητο επίπεδο δημιουργείται έντονο άγχος, διότι το μήνυμα που παίρνει είναι ότι οι ενήλικες δεν μπορούν να παίξουν τον ενήλικο ρόλο τους. Επόμενα, εάν οι ενήλικες δεν μπορούν να παίξουν τον ενήλικο ρόλο τους στο θέμα των ορίων, δεν θα το παίξουν ούτε σε θέματα ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη του παιδιού.»
Β.Τ. «Υπάρχει κάτι που να αφορά τους πατέρες πιο ιδιαίτερα.»
Δ.ΟΙ. «Είναι πολύ σημαντική η επισήμανση αυτή. Η όλη συζήτησή μας μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο στη μητέρα, στη σχέση μητέρας – παιδιού. Πολύ δε περισσότερο, που στην κοινωνία ο ρόλος της μητέρας τίθεται στο προσκήνιο και, κάπου, οι πατέρες περνούν σε δεύτερο πλάνο ή και εξαφανίζονται. Πράγμα βολικό, μεν, για αρκετούς γεννήτορες – όπως τους ανέφερα στην αρχή – οι οποίοι δεν θέλουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, να επωμιστούν πλήρως το ρόλο τους. Πράγμα άδικο, όμως, για πολλούς πατέρες οι οποίοι θέλουν και ψάχνουν το ρόλο τους. Άδικο και για τα παιδιά αλλά και για τις γυναίκες.
Οι πατέρες λοιπόν δεν έχουν καμία συμμετοχή, καμία ευθύνη; Το κεφάλαιο είναι μεγάλο και θα αρκεστώ σε λίγες επιγραμματικές σκέψεις. Φυσικά και έχουν. Είναι φροντιστικοί, «μητρικοί» με το παιδί τους; Είναι στήριγμα για τη σύντροφό τους, και στην πρώτη περίοδο – εγκυμοσύνη, πρώτοι μήνες μετά τη γέννα – αλλά και στη συνέχεια; Παίρνουν πάνω τους ισότιμα βάρη της οικογένειας; Μέχρις εδώ, αναφέρομαι σε πράγματα τα οποία, ευτυχώς, συμβαίνουν όλο και πιο πολύ στην κοινωνία. Υπάρχει στην ελληνική κοινωνία μια μεγάλη πολιτισμική, αθόρυβη επανάσταση τα τελευταία 20–30 χρόνια σε αυτό το πεδίο. Είναι η φροντιστική παρουσία των πατεράδων, η οποία μόνο καλά πράγματα φέρνει, και στα παιδιά αλλά και στους γονείς.
Ταυτόχρονα, ο πιο ιδιαίτερα πατρικός ρόλος είναι και ο πιο «θεμελιωδώς βίαιος». Αντέχουν οι πατεράδες να μπαίνουν ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί «της», κόβοντας ξανά και ξανά τον ομφάλιο λώρο, τον οποίο αυτή η «τρελή» δυάδα μητέρας – παιδιού έχει την αυθόρμητη, φυσική τάση να ξαναδημιουργεί; Υπενθυμίζει στη μητέρα το θηλυκό της μέρος, «προσκαλώντας» τη στο δικό τους κρεβάτι και αποσπώντας την από το κρεβάτι του παιδιού;»
Β.Τ. «Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν ότι αφορά τη βία και την επιθετικότητα στην εποχή μας;»
Δ.ΟΙ. «Φυσικά. Αναφέρθηκα μόνον στο προσωπικό και οικογενειακό ψυχοσυναισθηματικό πεδίο, διότι θεωρώ σημαντικό, θεμελιώδες… σαν τη βία που λέγαμε, να αναδειχθεί αυτό το πεδίο και να αρχίσουμε να το σκεφτόμαστε, τόσο ως άτομα όσο και ως κοινωνία.
Υπάρχουν, βεβαίως, και άλλες πηγές βίας και επιθετικότητας, και μάλιστα κακής. Όπως η ενδοοικογενειακή βία, η πρόωρη και μαζική έκθεση των παιδιών σε έντονα ερεθίσματα, όπως η βία στην τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια, καθώς και η έκθεση σε υπερβολικά και πρόωρα σεξουαλικά ερεθίσματα μέσω της διαφήμισης – ερεθίσματα βίας και σεξ τα οποία δεν μπορούν να μεταβολιστούν ψυχικά από τα παιδιά και «γδέρνουν» τις ψυχές τους.
Υπάρχει, τέλος, η βία του πλούτου, της ασυδοσίας της εξουσίας, της οικολογικής απειλής, η βία λόγω της απουσίας, στην εποχή μας, κοινωνικών οραμάτων, συλλογικά αλλά και προσωπικά, με συνοχή και βάθος. Απλά, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για όλα εδώ.»
Β.Τ. «Αναφερθήκατε στους εκπαιδευτικούς. Τι «υποδέχονται » στα σχολεία ως προς το θέμα της βίας;»
Δ.ΟΙ. «Πέρα και παράλληλα με τα απόνερα της ενδο-οικογενειακής βίας και των οικονομικών προβλημάτων, ένα σοβαρό πεδίο που παρεμποδίζει το έργο των εκπαιδευτικών είναι η παρεμβατικότητα πολλών γονιών.
Υπάρχουν, και δυστυχώς σε εκτεταμένο αριθμό, γονείς οι οποίοι δεν αντέχουν την οριοθέτηση των παιδιών τους και την τιμωρία. Γονείς που, όπως προαναφέραμε, λόγω του άγχους αλλά και του εγωισμού τους, ενοχλούν με το παραμικρό τους εκπαιδευτικούς αλλά και τους άλλους γονείς, ονοματίζοντας τα πάντα bullying.
Είναι γονείς που δεν αυτό-οριοθετούνται, οι οποίοι θεωρούν ότι το να δείξουν εμπιστοσύνη στον εκπαιδευτικό ισοδυναμεί με το παλιό «Δάσκαλε τα κόκκαλα δικά μου, το κρέας δικό σου», λες και ζούμε τη δεκαετία του ’50 ή του ’60… Και είναι οι ίδιοι που δεν μπορούν να πουν «όχι» στο παιδί στο σπίτι.»
Β.Τ. «Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τη συζήτησή μας σε μερικά σημεία;»
Δ.ΟΙ. «Να μειώσουμε, και γιατί όχι, να αποβάλλουμε το φόβο και τις ενοχές μας απέναντι στη «θεμελιώδη βία» μας, δηλαδή τα δυσάρεστα συναισθήματα που μας δημιουργούνται απέναντι στα παιδιά μας.
Ταυτόχρονα, να αντιμετωπίσουμε το άγχος, το φόβο και τις ενοχές μας όταν τα παιδιά μας εκδηλώνουν τη δική τους θεμελιώδη βία: να την υποδεχόμαστε, να την αγκαλιάζουμε, να την αντέχουμε και, προοδευτικά, να την εντάσσουμε σε πιο φιλο-κοινωνικά και αλληλέγγυα σχήματα συμπεριφοράς.
Να μειώσουμε, και γιατί όχι, να αποβάλλουμε το περιττό άγχος και την ενοχή για τη φυσιολογική επιθετικότητα των παιδιών μας στο παιχνίδι και στις μεταξύ τους σχέσεις. Να τους επιτρέψουμε αφ’ ενός να τη βιώσουν και να την ασκήσουν, αφ’ ετέρου να μάθουν να τη διαπραγματεύονται αυτοτελώς, χωρίς εμάς. Να μην παρεμβαίνουμε παρά μόνον όταν ξεπερνούν τα απαραίτητα και ανεκτά όρια. Όρια τα οποία, όπως θα έχετε συμπεράνει από τα παραπάνω, στην πραγματικότητα θα έπρεπε να είναι αρκετά πιο ευρεία από ό,τι θεωρούμε σήμερα ως ανεκτά.
Και τέλος, αλλά όχι τελευταίο, να εμπιστευθούμε τους εκπαιδευτικούς και το σχολείο, να τους επιτρέψουμε να επιτελέσουν τον αυτοτελή τους ρόλο, χωρίς συνεχείς, αγχωμένες παρεμβάσεις και απαιτήσεις, οι οποίες τρικλοποδιάζουν το έργο τους και τους ακυρώνουν.»

Δημήτρης Οικονομίδης Ψυχίατρος.



Χωρίς σχόλια! Γίνε ο πρώτος.